ρυγχωτός

-ή, -ό
1. αυτός που έχει ρύγχος, ο ρυγχοφόρος
2. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τα ρυγχωτά
άλλη ονομασία τής τάξης εντόμων ημίπτερα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ρύγχος + κατάλ. -ωτός (πρβλ. τριχ-ωτός). Η λ. με τις επιστημονικές της σημ. είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. rynchotous / rhynchota, και μαρτυρείται από το 1885 στον Σπ. Μηλιαράκη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρυγχωτός — ή, ό 1. αυτός που έχει ρύγχος. 2. το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., ρυγχωτά (ή ρυγχοφόρα), τάξη εντόμων που έχουν ρύγχος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρυγχωτά — τα, Ν ζωολ. βλ. ρυγχωτός …   Dictionary of Greek

  • κητώδη — Τάξη υδροβίων, σαρκοφάγων θηλαστικών, με ιχθυόμορφο σώμα. Περιλαμβάνει περίπου 80 είδη. Τα κ. είναι θαλάσσια, με εξαίρεση ορισμένα είδη δελφινιών και πλατανιστιδών, που ζουν στους μεγάλους ποταμούς της Ασίας και της Αμερικής. Τα σύγχρονα κ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.